Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διηγήματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διηγήματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 15 Μαρτίου 2016

Έλληνες 1948 πορεία στο άγνωστο: 2016 Σύριοι



Μια αληθινή ιστορία    
 του Μίμη Οικονόμου
Έλληνες 1948  πορεία στο άγνωστο: 2016 Σύριοι 
Βλέποντας χθες τους πρόσφυγες στην πόλη μου. (Τρίκαλα)
Αλλά και τους εκατοντάδες πεζοπορώντας στου εθνικούς δρόμους τις πρόχειρες κατασκευές σε πλατείες δρόμους και αστρέχες.
Γύρισε η μνήμη πίσω, όταν και εγώ ήμουν 5 χρονών το 1948.
Τότε με τον αδελφοκτόνο πόλεμο με την εσωτερική αναγκαστική μετανάστευση. Τότε οι μάνες μας από τα ορεινά χωριά φορτώθηκαν ότι μπορούσε η κάθε μία για να ταΐσει, ντύσει, σκεπάσει τα παιδιά της.
Δεν υπήρχαν τότε ούτε δρόμοι, ούτε δυνατότητα στα χωριά που περνούσαμε να μας δώσουν ούτε μια μπουκιά ψωμί.
Έτσι οι γυναίκες που οι άνδρες τους ήταν πολιτικοί κρατούμενοι, όπως και η μάνα μου. Είχαν φορτωθεί όλα τα βάρη των οικογενειών τους.
Η μάνα μου, μόνη με δυο παιδιά εμένα 5χρονών και τον αδελφό μου δύο, είχε φορτωθεί όλο το νοικοκυριό της Φαγώσιμα, (αλεύρι, φασόλια, πατάτες τραχανάδες κ. λ. π.) τα ρουχαλάκια μας τους τεντζερέδες, τα σκεπάσματά μας και ότι άλλο μπορούσε.
Στα παιδικά μου μάτια αυτό το φόρτωμα φάνταζε τεράστιο.
Μέχρι τα μισά του δρόμου, έως να φτάσουμε στον προορισμό, που ήταν
η Πύλη, μας συνόδευε και ο παππούς μου. Διανυκτερεύσαμε όμως, στις Λογγιές, στον (Άγιο Κωνσταντίνο  σήμερα).
Και πριν ξεκουραστούμε, πριν καλά, καλά σταθεροποιηθεί η ανάσα μας, πέρασαν ομάδες των ΤΕΑ και άλλοι (παρακρατικές ομάδες τις έλεγαν) και μας είπαν να φύγουμε γιατί θα γίνει μάχη, Έτσι και έγινε η μάνα μου φορτώθηκε το μεγάλο της φόρτωμα πήρε και τον αδελφό μου αγκαλιά πέρασε την στενή Ξύλινη γέφυρα που από κάτω περνούσε βουίζοντας θυμωμένο το ποτάμι, Πριν από λίγο είχα περάσει με την γιαγιά εγώ περπατώντας ξυπόλητος, όπως όλα σχεδόν τα παιδιά, ένας, ένας πέρασαν όλοι. Κλαίγαμε τα παιδιά, φοβόμασταν ήμασταν τρομοκρατημένα, με αυτήν την αγριότητα. Οι μεγάλοι, γυναίκες φορτωμένες οι ποιο πολλές, σχεδόν σέρνανε τα παιδάκια τους που έκλαιγαν, προσπαθούσε ό ένας να προσπεράσει τον άλλο, όλοι όπου φύγει, φύγει. Η γιαγιά μου μας τράβαγε , περπατάγαμε στην ακροποταμιά του Τυρνιώτη ποταμού. Για κάποια στιγμή δεν έβλεπα την μάνα μου, άρχισα να τραβιέμαι προς τα πίσω, να κλαίω ποιο πολύ και να μην θέλω να συνεχίσω. Η γιαγιά με κράταγε γερά όπως και την ξαδέρφη μου, Άκουσα μέσα στο χαλασμό την φωνή, της μάνας μου, που έλεγε.
-Πατέρα να έρθω να σε βοηθήσω και η απάντηση του παππού.
-Τραβάτε εσείς θα σας φτάσω εγώ. (Προσπαθούσε ο παππούς να σώσει το κοπάδι του να ζήσει την οικογένεια)
Σε λίγο την είδα να έχει αγκαλιά τον αδερφό μου στην πλάτη της εκείνο το τεράστιο τέγκι (δέμα) και σχεδόν να τρέχει, να γλυτώσει κι αυτή όπως όλοι. Η Μάχη από τις ομάδες άρχισε, πόλεμος τρομοκράτησης ήταν, αντίπαλος δεν υπήρχε. Οι σφαίρες ψαχούλευαν τα πεσμένα πλατανόφυλλα και  πέρναγαν ανάμεσα στα πόδια μας και έσβηναν στο ποτάμι κάνοντας εκείνο το ανατριχιαστικό τζιζ.. Τύχη αγαθή;  Ότι και να είναι, κανένας μας δεν έπαθε κάτι, εκτός από την απώλεια του μοναδικού μας τώρα προστάτη, του παππού μας που τον σκότωσαν.
Την επόμενη μέρα, αφού ο παππούς μας δεν έφτασε, όπως μας υποσχέθηκε, στην Πύλη, που ήταν και ο τελικός προορισμός, τον αναζήτησαν ο θείος μου, η θεία μου  ανύπαντρη κόρη του παππού. και η μάνα μου. Τον βρήκαν σκοτωμένο στην άκρη του ποταμιού, με το κύπελλο στο χέρι δίψαγε προσπάθησε να πιεί νερό. Οι σφαίρες, του είχαν τρυπήσει την κοιλιά. Είχε γεμίσει τον τορβά του χώμα, τον έβαλε για προσκέφαλο, έτσι έγειρε προς το ποτάμι με το κυπελάκι του. Φορούσε τα καινούρια τσαρούχια του ο παππούς και από τον πόνο είχε κάνει αυλάκι όπως μάζευε και τέντωνε τα πόδια του.
Εκεί χωρίς παπά τον θάψανε. σε μια άκρη του χωραφιού,
Έτσι γίνεται τέτοιες ώρες. Χωρίς παπά, ψάλτη και συγγενείς φεύγεις.
Πέρασαν σχεδόν 70 χρόνια, και είναι όλα αυτά ζωντανά μπροστά μου.
Ακόμα βλέπω καθαρά, την άγρια μορφή του ΤΕΑτζή,
Ακόμα βουίζουν στα αυτιά μου, οι τελευταίες λέξεις του Παππού μου,
-Τραβάτε εσείς θα σας φτάσω εγώ, που όμως δεν μας έφτασε
Πώς να σβήσουν αυτές οι μνήμες;
Πως να ξεχάσουν τα χιλιάδες παιδάκια την φρίκη του πολέμου;
Των νεκρών; Των κομματιασμένων; Των καταστροφών; Τα γκρεμισμένα σχολειά τους, τα καμένα σπίτια τους, τα γέλια στις πλατείες τους; ξαφνικά μεγάλωσαν τα έχασαν όλα σοβάρεψαν, στα προσωπάκια τους η οδύνη του Κόσμου. 
Μεγάλωσαν τα ματάκια τους δεν κλείνουν λες και θέλουν να αρμέξουν, όλα που συμβαίνουν γύρω τους.
Και τώρα!  Τώρα στους δρόμους, σε μια μεγάλη σε μια ατέλειωτη πορεία ψάχνοντας την Ιθάκη τους. ,
Κατά που πέφτει αυτή η ΙΘΑΚΗ;
Που γέμισαν φράχτες με αγκαθωτά συρματοπλέγματα τα σύνορα των Δημοκρατικών χωρών της Ευρώπης; που μιλούν ακόμα οι απάνθρωποι
Στην χώρα τους βομβάρδισαν και σκότωσαν το μέλλον τους
Και στα σύνορα τους έφραξαν ότι είχε μείνει από το όνειρο.


 Η φωτογράφια αυτή βγήκε το 1948
για να σταλεί στο θανατοποινίτη πατέρα μας να μάθει το θάνατο του παππού και πως η οικογένειά του ζούσε.






 

Σάββατο 12 Ιανουαρίου 2013

Οι απόκληροι. Ο ΧΑΛΚΟΜΑΤΑΣ:

Μίμης Οικονόμου
Οι απόκληροι.
Ο ΧΑΛΚΟΜΑΤΑΣ:
Αυτό είχε μάθει, αυτή ήταν η δουλειά του, και την αγαπούσε. Είχε μάθει να την σέβεται γιατί του εξασφάλιζε το καθημερινό του τραπέζι. Ήταν καλαντζής, χαλκωματάς, γανωτζής όπως θες πες το. Είχε τον θυμάμαι έναν τσουβάλι στον ώμο το είχε κόψει στα μακριά έδεσε τις άκρες του με ένα λινάρι έβαζε μέσα το καλάι κάποιες μικρές σπάτουλες ένα σφυράκι και άμμο. Αυτά ήταν τα εργαλεία του, και περνώντας στις γειτονιές της πόλης αλλά και των χωριών διαλαλούσε την ιδιότητά του. Ο Γανωματής ή γανωτζής, Χαλκώματα γανώνω, καζάνια, ταψιά, τεντζερέδες, όλα τα γανώνω ω!ω!ω!ω!
Τα καζάνια τότε τα είχαν για βαφές, τα είχαν να βράζουν τα σκουτιά που υφαίνανε αλλά και τα  μαλλιά των προβάτων να βγει η σαριά. Τα είχαν να φτιάχνουν στους γάμους και στα πανηγύρια τα φαγητά.

Πέμπτη 12 Απριλίου 2012

Πάσχα στις Φυλακές της Αίγινας




με κοντό παντελόνι
Πάσχα στις Φυλακές της Αίγινας 
     Μια αληθινή ιστορία





με μακρύ παντελόν
του Μίμη  Οικονόμου
Από τα άγρια μεσάνυχτα είχα σηκωθεί και ήμουν έτοιμος για το ταξίδι. Κάθε τόσο πήγαινα στο παράθυρο άνοιγα προσεκτικά το παραθυρόφυλλο, να μην ξυπνήσω τους άλλους που μέναμε μαζί στο ίδιο δωμάτιο, να δω αν είχε χαράξει. Και όμως δεν χάραζε. Ο ήλιος, μετά την Ανάσταση, λες και αποκοιμήθηκε και δεν φώτιζε.Εγώ όμως βιαζόμουνα ήθελα να φύγω να προφτάσω το τραίνο για τον Πειραιά και το καραβάκι που θα με πήγαινε στην Αίγινα.

Σάββατο 31 Δεκεμβρίου 2011

ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑΤΙΚΗ ΕΠΙΣΚΕΨΗ

Διήγημα του Μίμη Οικονόμου
                                        ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑΤΙΚΗ ΕΠΙΣΚΕΨΗ
Εκείνη η ανηφοριά, που παλιά φάνταζε παιχνίδι, και τρέχαμε ποιος θα την περάσει γρηγορότερα. Τώρα λες και αγρίεψε και ψήλωσε, λες και θύμωσε και δυσκόλεψε στο ανεβασμά της. Όχι με μια ανάσα δεν ανεβαίνετε ούτε με πέντε, και είναι και λίγες, και στο τέλος θέλεις να ρουφήξεις όλο το οξυγόνο του βουνού για να φύγει εκείνος ο κόμπος που σου κλείνει χωρίς λόγο τους διαδρόμους προς τους πνεύμονες. Προσπαθείς με μικρές ανάσες, να ισορροπήσεις, τον αέρα που θέλεις να μπει και αυτόν που πρέπει να βγάλεις από τα μέσα σου, για να νιώσεις και να απολαύσεις επιτέλους, τον καθαρό αέρα που σου προσφέρεται με αφθονία. Και το όμορφο τοπίο, που ένα γύρω, αχόρταγα ροφάς με το βλέμμα σου. Τόση ησυχία, τόση γαλήνη, τόση ερημιά. Τα μοναδικά σε ομορφιά δασοσκεπή βουνά μας, οι ήμερες

Πέμπτη 29 Δεκεμβρίου 2011

Η ΑΠΑΞΙΩΣΗ του Μίμη Οικονόμου

Πρωτοχρονιάτικο διήγημα 
του Μίμη Οικονόμου
                                                         Η ΑΠΑΞΊΩΣΗ:
Είχε ακουμπήσει στα κάγκελα της γέφυρας, και τα μάτια του θολωμένα από τα δάκρυα κοίταζαν το νερό που ήσυχο ήσυχο και αθόρυβα έφευγε, έφευγε, ταξίδευε για την Θάλασσα, λες και βιάζοντας να φτάσει για να γνωρίσει καινούρια αειθαλή φυλλωμένα και άφυλλα δένδρα. Τεμπέλικα λοιπόν και όχι βιαστικά το νερό πέρναγε μπρος στα μάτια του και κάτω από την γέφυρα. Ξαφνικά και χωρίς να το καταλάβει, η σκέψη του λες και έπεσε στο νερό, και σαν να άκουσε και ένα μικρό πλάφ. Νόμισε πως βυθιζόταν και μαζί παρασύρονταν από τα ήσυχα, κατά τα άλλα, νερά του ποταμού.

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ: ΔΙΗΓΗΜΑ

  Πρωτοχρονιάτικο Διήγημα:
   Μίμη Οικονόμου
                                    Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ:
Το βροχερό βράδυ της παραμονής της Πρωτοχρονιάς, τον βρήκε να τριγυρνά στους δρόμους σκεφτικός. Σε λίγες ώρες θα άλλαζε ο χρόνος ένας καινούριος χρόνος θα ξημέρωνε. Ένας χρόνος ακόμα, σκέφτηκε, Θεέ μου. Τα φώτα της Πόλης είχαν ανάψει από ώρα, οι φωτεινές επιγραφές αναβόσβηναν να διαφημίσουν τα προϊόντα τους που ήταν γραμμένα πάνω τους. Οι βιτρίνες στολισμένες γιορτινά και φωτεινές προκαλούσαν τον αγοραστή. Οι τιμές στα είδη γραμμένες και γυρισμένες προς τα μέσα να μην φαίνονται στις μικρές καρτελίτσες.

Κυριακή 25 Δεκεμβρίου 2011

ΣΤΑΣΗ ΑΡΤΑΚΗ ΑΝΩ ΝΕΑ ΣΜΥΡΝΗ:

Σήμερα κατέβασα από τα ράφια της μνήμης μία μέρα σαν αυτή, μέρα Χριστουγέννων, μέρα που γεννά την ελπίδα. Μικρό παιδί δεν είχα γίνει 15χρονος, με κοντό παντελόνι και μόνος στην Αθήνα. Στάση Αρτάκη, Άνω Νέα Σμύρνη στην οδό Νίκης. Εκεί σε μία αυλή έμεινα. Στο σπίτι του αφεντικού μου τον Θανάση Δεφαράνο με τον μικρό του γιο, τον Γιαννάκη, την γυναίκα του Αλέκα, την αδελφή του με τον άνδρα της και την πολυμελή οικογένειά της. Αυτοί οι άνθρωποι με είχαν σαν παιδί τους, άλλες εποχές, Αλλά δεν χώραγα την ημέρα αυτή εκεί, δεν άντεχα αυτήν την μέρα τα γέλια, τα πειράγματα, τα τραγούδια. Αυτήν την μέρα, μέρα οικογένειας, μου έλειπε ο αδελφός, η μάνα, ο πατέρας. Μου έλειπε το χιονισμένο χωριό μου, τα χιονισμένα ελάτια, το τζάκι, το χάδι της μάνας, η γουρνοχαρά. Αυτά τα απλά τα καθημερινά τα ανθρώπινα, ακόμα και το μάλωμα της μάνας, μου έλειπε. Έτσι από το πρωί έφευγα με τα πόδια κατέβαινα στον Άγιο Γεώργιο στα Αρμένικα στου ΦΙΞ οδός Συγγρού και κατά το μεσημέρι έφτανα στην Ομόνοια. Εκεί ήταν μία ταβέρνα σε ένα υπόγειο Μασκωτίτσα την λέγανε. Η Ταβέρνα αυτή ήταν φθηνή, Μαθητές, σπουδαστές, εργάτες, όσοι δεν είχαμε οικογένεια τέλος πάντων τρώγαμε εκεί κάθε μέρα. Τις άλλες μέρες του χρόνου θαρρείς πως ήμασταν ένα πολύβουο μελίσσι γέλια πειράγματα συζητήσεις. Την ημέρα αυτή ενώ ήταν γεμάτο δεν άκουγες ούτε τις ανάσες μας. Η φωνή των γκαρσονιών έσπαγαν κάπου, κάπου την σιωπή. Όλοι ήμασταν βυθισμένοι στις σκέψεις μας που πήγαινα έρχονταν, πήγαιναν έρχονταν χωρίς τελειωμό και ο αναστεναγμός έβγαινε και αυτός αθόρυβος αλλά πόναγε, πόναγε πολύ… Πήρα το τραίνο και ξεκίνησα για το τέρμα μα όταν έφτασα δεν υπήρχε σταθμός. Αυτοί που είχαν αναλάβει την εργολαβία να τον φτιάξουν τον πούλησαν και τώρα είμαστε χωρίς σταθμό. Τότε τουλάχιστον υπήρχε η Μασκωτίτσα.. ΜΙΜΗ ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ.

Κυριακή 20 Νοεμβρίου 2011

Χριστουγεννιάτικη επίσκεψη


Διήγημα του  Μίμη Οικονόμου

Εκείνη η ανηφοριά, που παλιά φάνταζε παιχνίδι, και τρέχαμε ποιος

θα την περάσει γρηγορότερα. Τώρα λες και αγρίεψε και ψήλωσε,
λες και θύμωσε και δυσκόλεψε στο ανεβασμά της. Όχι με μια ανάσα δεν ανεβαίνετε ούτε με πέντε, και είναι και λίγες, και στο τέλος θέλεις να ρουφήξεις όλο το οξυγόνο του βουνού για να φύγει εκείνος ο κόμπος που σου κλείνει χωρίς λόγο τους διαδρόμους προς τους πνεύμονες. Προσπαθείς με μικρές ανάσες, να ισορροπήσεις, τον αέρα που θέλεις να μπει και αυτόν που πρέπει να βγάλεις από τα μέσα σου, για να νιώσεις και να απολαύσεις επιτέλους, τον καθαρό αέρα που σου προσφέρεται με αφθονία.
Και το όμορφο τοπίο, που ένα γύρω, αχόρταγα ροφάς με το βλέμμα σου.

Τρίτη 1 Νοεμβρίου 2011

Επιστροφή: Διήγημα

Επιστροφή
                                       Διήγημα    Μίμη Οικονόμου
Το βροχερό βράδυ της παραμονής της Πρωτοχρονιάς,
τον βρήκε να τριγυρνά στους δρόμους σκεφτικός.
Σε λίγες ώρες θα άλλαζε ο χρόνος ένας καινούριος χρόνος θα ξημέρωνε.
Ένας χρόνος ακόμα, σκέφτηκε, Θεέ μου.
Τα φώτα της Πόλης είχαν ανάψει από ώρα, οι φωτεινές επιγραφές αναβόσβηναν να διαφημίσουν τα προϊόντα τους που ήταν γραμμένα πάνω τους. Οι βιτρίνες στολισμένες γιορτινά και φωτεινές  προκαλούσαν τον αγοραστή. Οι τιμές στα είδη γραμμένες και γυρισμένες προς τα μέσα να μην φαίνονται στις μικρές καρτελίτσες.
Τα παιδάκια ντυμένα ζεστά χάζευαν όταν έβλεπαν παιχνίδια.
Οι μεγάλοι με τις τσάντες  γεμάτες ψώνια, περπατούσαν για να φτάσουν στα σπιτικά τους. Τα σπίτια ντυμένα γιορτινά,  τα Χριστουγεννιάτικα δένδρα ακόμα στολισμένα κοντά στα παράθυρα να αναβοσβήνουν  τα λαμπάκια τους. Όλα έχουν μια χαρούμενη όψη και οι μυρωδιές από κάθε κουζίνα γαργαλιστικές, ευωδιάζουν.
Όλος αυτός ο κόσμος βιαστικός ή όχι κάτι περίμενε από τον καινούριο χρόνο κάτι άφηνε πίσω του να σβήσει ή κάτι ήθελε πάλι να  συνεχιστεί…
                                                               ***** 
Μπερδεύονταν με το πλήθος και αφηρημένα στέκονταν μπροστά στις βιτρίνες των μαγαζιών. Αλήθεια πως είναι απλωμένη έτσι η χαρά στα προσωπάκια των παιδιών, πως λάμπουν τα ματάκια τους  από ευτυχία;
Έξυσε το κεφάλι του και πίεσε την σκέψη του να θυμηθεί κάποτε να ήταν
κι’ αυτός αληθινά έτσι χαρούμενος. Όσο και αν προσπάθησε δεν κατάφερε τίποτα και τώρα γύριζε – γύριζε από δρόμο σε δρόμο από σοκάκι σε σοκάκι από γειτονιά σε γειτονιά, άσκοπα χωρίς να ξέρει τι κάνει που πάει και γιατί.
Ο χρόνος που τέλειωνε τον είχε φορτώσει φαρμάκι και ο χρόνος που έρχονταν θα τον εύρισκε πάλι μόνο. Μόνο! Μια ανατριχίλα  πέρασε τη ραχοκοκαλιά του. Καημένε, σκέφτηκε, τι έκανες; πόσες και πόσες χρονιές δεν είδες να φεύγουν  και να έρχονται;  Πόσες και πόσες φορές δεν είπες μόνο ετούτη τη χρονιά; Και τώρα; τώρα πέταξε το πουλάκι άχρηστα τα χρόνια που έζησες  και γιατί; Γιατί όταν μπορούσες δεν έκανες κάτι γιατί δεν έκανες ότι χρειαζόταν  για να μην είσαι τώρα μόνος;  Γιατί άφησες να κυλήσουν σαν γάργαρα νερά τα χρόνια της νιότης σου και να πάνε χαμένα;
Γιατί δεν σκέφτηκες μετά το καλοκαίρι έρχεται το θλιμμένο φθινόπωρο και ακολουθεί ο παγωμένος χειμώνας με τα ξεροβόρια του, γιατί;
Πάντα έβαζε αυτές τις ερωτήσεις στον εαυτό του όμως ποτέ δεν απαντούσε.
Αυτά σκέπτονταν αυτά έλεγε στον εαυτό του και τα μάτια του θόλωσαν καθώς περπατούσε από τα δάκρυα. Μα τα δάκρυα δεν ωφελούσαν τα γεροντικά μάτια. Τα δάκρυα είναι για τους νέους να τους πεισματώσουν και να βλέπουν πιο καθαρά.
                                                                   *****
Αγαπούσε κι’ αυτός σαν ήταν νέος μια λυγερόκορμη γειτονοπούλα με όμορφα καστανά μάτια  με μαλλιά που έπεφταν στις πλάτες της σαν καταρράχτες και όταν του χαμογελούσε έλαμπαν χίλιοι Ήλιοι, μα δεν της το έλεγε, όλο το ανέβαλε και ο έρωτας φούντωνε  μέσα του και ανέβαινε στα μάτια του η καλή του και κάθονταν σε θρόνους  μαγικούς. Του αρκούσε  να την βλέπει, να του λέει με χαμόγελο μια καλημέρα και έκανε όνειρα τρελά. Τα πίστευε τα όνειρα και το αποφάσιζε να της μιλήσει, μα πάλι το ανέβαλε. Και σκέφτηκε να ξενιτευτεί να κάνει κάτι και να γυρίσει επιτυχημένος πια να της  ανοίξει την καρδιά του να της πει τον ερωτά του και να της φορέσει το δαχτυλίδι των αρραβώνων. Θεέ μου, τι ωραία, τι ευτυχία θα ήταν αυτή;
                                                               *****
Έφυγε….
Μόλις άρχισαν οι οικονομίες να φουσκώνουν  και είχε πάρει την απόφαση να γυρίσει και να ζήσει το όνειρο έμαθε τα άσχημα μαντάτα. Η λυγερόκορμη γειτονοπούλα, το όνειρό του το μεγάλο, έσβησε, χάθηκε, τέλειωσε.  
Ο άγγελός του με τα καστανά μάτια και το φωτεινό χαμόγελο παντρεύτηκε.
Τότε άρχισε  να κατηγορεί τον εαυτό του που δεν της μίλησε ποιο πριν. Τότε πρόσεξε πως είχαν περάσει αρκετά χρόνια από τότε που έφυγε. Τότε έγινε μέσα του σεισμός, και από μέσα βγήκε μια λάβα που έκαψε όλα του τα όνειρα  και οι στάχτες της σκέπασε και αισθήματα και χαρά και γέλιο και διασκέδαση και το νόημα της ζωής του. Από τον κρατήρα του πόνου, έβγαινε μόνο δουλειά τώρα, ούτε έβλεπε ούτε άκουγε μόνο δούλευε. Και εργάσθηκε ώσπου του πήραν και την τελευταία ικμάδα και σωστό κουρέλι τούδωσαν μια σύνταξη. Πήρε και τις οικονομίες του και γύρισε.
Γύρισε να ζήση τον υπόλοιπο χρόνο της ζωής του στα σοκάκια που νέος περπάτησε να δει τις αλάνες να ακούσει και πάλι παιδικές φωνές στην παλιά γειτονιά.
Κανένα σοκάκι τώρα δεν υπήρχε και οι αλάνες και τα χαμόσπιτα είχαν γίνει τσιμεντένια θηρία και μέσα σ’ αυτά είχαν στοιβαχτεί οικογένειες, όνειρα, ελπίδες. Τον έτρωγε όμως η περιέργεια για το σπίτι της αγαπημένης του, και αυτό να είχε γκρεμιστεί όπως και τα δικά του όνειρα;  Όχι αυτό έστεκε εκεί με την ίδια μάντρα  με το Αγιόκλημα και τον κισσό σκαρφαλωμένο στον τοίχο, τα παράθυρα είχαν περισσότερο φως και περισσότερες φωνές και περισσότερα γέλια και από την ανοιχτή πόρτα μπαινόβγαιναν  αγόρια κορίτσια χαρούμενα που η γειτονιά ξεσηκώνονταν με τα τραγούδια τους.
Φαίνονταν ένα ευτυχισμένο σπίτι.
 Ένοιωσε  τον εαυτό του ένοχο καθώς τον έπιασε να περιμένει, όπως τότε, έξω από το σπίτι της να πάρει ένα δροσερό χαμόγελο.
Ντράπηκε και άρχισε να γυρνά, έτσι χωρίς αιτία κι’ αφορμή  ούτε που πήγαινε ήξερε ούτε τι ήθελε. Και περπάτησε – περπάτησε  ώσπου τα βήματά του τον έφεραν έξω από κάποιο καπηλειό.
Έσπρωξε και μπήκε, περνώντας από κάποιο σκονισμένο καθρέφτη δεν αναγνώρισε τον εαυτό του, τόσο είχε γεράσει. Κάθισε σε μια άκρη και παρήγγειλε, δεν ήθελε να φάει, να πιει  ήθελε. Την ώρα που άλλαζε ο χρόνος  κάποιοι τον είδαν να γυρίζει μεθυσμένος στην γκαρσονιέρα του,  Τα βήματά του, ασταθή όπως ήταν, τον πήγαινα μπρος πίσω και άπλωσε τα χέρια να στηριχτεί σε μια κολώνα και φώναξε σ’ αυτούς που πέρναγαν εκείνη την ώρα.
- Θερίστε μόνο τις χαρές από την ζωή αφήστε τις πίκρες υπάρχουν πολλοί σαν εμένα να τις πάρουν.
Άφησε τα χέρια από την κολώνα και λοξά -λοξά πήγε στο τοίχο.
Θυμήθηκε ένα παλιό τραγουδάκι και γέλασε.
 Άτιμο είπε. «Εγώ σε ήπια για καλό και συ με πάς στον τοίχο».
Όταν τον πλησίασαν είδαν ένα γέρο να γελά μεθυσμένος.
 
Τρίκαλα  Δεκέμβρης 1977